Ήταν από τα πρώτα βράδια που βγαίναμε σαν φίλοι με τον Θ. Είχα πιει. Γελούσα, τραγουδούσα, χόρευα, φώναζα, τον κοιτούσα. Ο Θ. είχε πιει ακόμη περισσότερο και με το ζόρι κρατιόταν στα πόδια του. Τον πήγα σπίτι κρατώντας τον αγκαλιά. Ένιωθα την ανάσα του κοντά στο στόμα μου. Μύριζε αλκοόλ αλλά είχε το κάτι τόσο ερεθιστικό. Με το κορμί μου να ανατριχιάζει, σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα χαμογελώντας. Και ήταν τότε που με ρώτησε :
-Πιστεύεις ότι θα είμαστε ποτέ ευτυχισμένοι;
Έστρεψα για λίγο το βλέμμα μου αλλού
-Όχι.
Του απάντησα μονολεκτικά με εκείνο το σαρκαστικό χαμόγελο που ήξερα πως τον σκοτώνει να βλέπει και τον εκνεύριζε όσο τίποτε άλλο.
Αμέσως μετά έσκυψε το κεφάλι του να με φιλήσει αλλά δεν τον άφησα. Του είπα πως είναι μεθυσμένος. Του έδωσα να πιει 3 ποτήρια νερό γιατί έτσι μου ζήτησε και τον έβαλα να ξαπλώσει.
-Δε θε με γδύσεις;
μου είπε.
-Φοράς μόνο το μποξεράκι σου. Τι άλλο θες;
-Να έρθεις να κοιμηθείς εδώ αγκαλιά μου. Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει άλλο κρεβάτι.
Εκεί η καρδιά μου σκίστηκε. Άνοιξε στα δύο. Χτύπησε. Πόνεσε. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος. Μέχρι να αλλάξω και να ετοιμαστώ να ξαπλώσω ομολογώ ότι είχα καυλώσει που θα κοιμόμουν δίπλα του. Ξάπλωσα από πάνω του για δύο λεπτά, τον χαστούκισα ελαφριά να δω ότι είναι καλά. Δεν ήξερα τι έκανα. Θα μπορούσα να έχω κάνει και παραπάνω πράγματα. Και όμως φερόμουν σαν έφηβος που δεν έχει καμία επίγνωση των πράξεων του. Τι θα είχε αλλάξει άραγε; Τελικά κοιμηθήκαμε μέχρι το πρωί. Που σηκώθηκα και πάτησα τα πόδια μου ξανά στο έδαφος...γερά...να νιώσω την πραγματικότητα.

Και όμως μετανιώνω που εκείνη τη βραδιά δεν τον έκανα δικό μου. Ίσως τα πράγματα να είχαν κυλήσει διαφορετικά. Ίσως να είχε έρθει η ρήξη νωρίτερα. Ίσως να μην είχε χρειαστεί να φτάσουμε στα άκρα. Και όμως.
Ο κόσμος ποτέ δε μου άρεσε έτσι όπως ήταν. Και γιαυτό προσπαθούσα να τον βιώσω διαφορετικά μέσα από τις ψευδαισθήσεις μου...